Κυριακή ξημέρωμα. Το λιμάνι θυμίζει Βαβέλ. Γνώριμοι ήχοι και άγνωστες γλώσσες φτιάχνουν τη μουσική υπόκρουση του πρωινού. Τα πλοία ...

apneagr - 5 new articles


Δεκαπενταύγουστος στην πόλη

Κυριακή ξημέρωμα. Το λιμάνι θυμίζει Βαβέλ.
Γνώριμοι ήχοι και άγνωστες γλώσσες φτιάχνουν τη μουσική υπόκρουση του πρωινού. Τα πλοία αγκυροβολημένα περιμένουν τους ταξιδιώτες της τελευταίας στιγμής. Μυρωδιά από ζεστά κουλούρια και αναστεναγμοί χαράς. Μπροστά στην είσοδο του πλοίου ξεχνάς τη μίζερη καθημερινότητα. Από το ταξί κατεβαίνει ηλικιωμένη κυρία στην τρίχα ντυμένη, υποβασταζόμενη από 40χρονη αλλοδαπή βοηθό και κατευθύνονται στην είσοδο του πλοίου. Η ξανθιά συνοδός με ελαφρύ ντύσιμο βγάζει τα... εισιτήρια από την πλαστική τσάντα. Φαίνεται ξαφνιασμένη. Πρώτη φορά κάνει διακοπές. Πρώτη φορά μπαίνει σε πλοίο.

«Καλημέρα! Οι οδηγοί να κόψουν ταχύτητα. Ψυχραιμία! Όλοι θα φύγετε!». Ο αγουροξυπνημένος λιμενικός μοιράζει αληθινά χαμόγελα , προσπαθώντας να επιβάλλει την τάξη. Από των πολλών κυβικών τζιπ κατεβαίνει νιόπαντρο ζευγάρι, ανυπόμονο και ευτυχισμένο για τις πρώτες κοινές διακοπές. Εκείνη έχει το γνωστό χαζοχαρούμενο βλέμμα στριφογυρίζοντας τη βέρα στο δάχτυλο. Εκείνος τσεκάρει το κινητό, και μόλις πιάνει το βλέμμα της συμβίας του το ρίχνει επιδεικτικά στην τσέπη του. Δυο βδομάδες μακριά από τα εξαντλητικά ωράρια και τις πιέσεις. Το πρώτο καλοκαίρι διακοπές χωρίς τους κολλητούς του. Ίσως του λείψουν οι νύχτες κραιπάλης, οι πλάκες, η ανεμελιά , το να μη σε νοιάζει που και πως θα ξυπνήσεις το πρωί. «Τι σκέφτεσαι Μάκη;». «Τις πρώτες μας διακοπές, μωρό μου!».

Στους γύρω δρόμους πρωταγωνιστούν οι ήρωες που δεν έφυγαν διακοπές.

Οι περισσότεροι νυσταγμένοι, πιο λίγα τα ξενυχτισμένα πρόσωπα που ρίχνουν την κούραση στους ώμους και τρέχουν να προλάβουν το λεωφορείο της γραμμής.

Από το γωνιακό φαστφουντάδικο βγαίνει η 25χρονη υπάλληλος, και με βήμα ταχύ κατευθύνεται στη στάση των λεωφορείων. Δεν είναι το πρώτο καλοκαίρι χωρίς διακοπές. Το εργοστάσιο που δούλευε ο πατέρας της έκλεισε και αναγκάστηκε να δουλέψει για να σπουδάσει. Που λεφτά για διακοπές. Διπλοβάρδια δούλευε κι ας ήταν Δεκαπενταύγουστος. Άντε να ξέκλεβε κανένα Σαββατοκύριακο να πεταχτεί ως την Κάρυστο που είχε εξοχικό μια φίλη της. «Κάνε κοπέλα μου στην άκρη και βιάζομαι! Θα φύγει το πλοίο». Ο φουριόζος οδηγός έστριψε το τιμόνι του θηριώδους τζιπ και σανίδωσε το γκάζι.

«Από πού πάνε στο Δήλο;». Με σπαστά Ελληνικά ο ευγενικός Γάλλος αγνοεί τα γέλια των νεαρών που του δείχνουν με το χέρι το φωταγωγημένο Μπλου Σταρ.

Ένα τετράγωνο πιο κάτω ο Μηνάς και η Μαρία περιμένουν υπομονετικά στην αφετηρία το 703. Εκείνη φαίνεται κουρασμένη από τη νυχτερινή εφημερία στο «Μεταξά» και ακουμπάει το μπράτσο της στο σίδερο της στάσης πνίγοντας με την παλάμη της τα χασμουρητά .Ο Μηνάς ανάβοντας τσιγάρο χαζεύει τους περαστικούς που περνούν γύρω του. Του φαίνονται όλοι χαρούμενοι. Μπορεί να είναι το φως που γλυκαίνει πρόσωπα και αισθήσεις.

«Μάκη, παλιόφιλε που τρέχεις;» Από τον καφετέρια που μάλλον δεν έκλεισε ούτε ώρα βγαίνει ξενυχτισμένος ο σαραντάχρονος ιδιοκτήτης και κατευθύνεται στον συνομήλικό του άντρα. «Άσε, ρε, φίλε το πρώτο καλοκαίρι στην Αθήνα και μου την έχει δώσει! Κωλοζωή! Όσα και να βγάλω δεν φτάνουν! Εφορία, ΕΝΦΙΑ, τα φροντιστήρια των παιδιών!». Ο Αύγουστος κάποτε ήταν ο αγαπημένος του μήνας. «Έλα, κερνάω καφέ!» . Κολλημένοι στη τζαμαρία έπιναν γουλιά γουλιά τον φραπέ . Μίλησαν, γέλασαν, θυμήθηκαν τις κοινές διακοπές , μέτρησαν τις νίκες και τις ήττες της ζωής.

Δυο βήματα παραδίπλα, η μεσόκοπη χήρα με την κόρη της ανεβάζουν ρολά στο περίπτερο. Το πρώτο καλοκαίρι χωρίς τον άντρα της, ένα ακόμα πρωινό που βλέπει να τελειώνει. Παίρνει δύναμη από το χαμόγελο της κόρη της και φαντάζεται ότι βρίσκεται Δεκαπενταύγουστο στο χωριό. Το δικό της χωριό είναι βουνήσιο , στους πρόποδες ενός βουνού της Πελοποννήσου, μέσα στο πράσινο και στα νερά. Στην πλατεία του θα δεις τα καλοκαίρια ευτυχισμένους γέρους , ήρεμους μεσήλικες, τρελαμένους έφηβους και μωράκια που κάνουν τα πρώτα βήματα στο πλακόστρωτο.

Θυμάται τα πανηγύρια, τα γλέντια με το ατέλειωτο φαγοπότι κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο, τα «Χρόνια Πολλά», για τη γιορτή της , και τα κλαρίνα. Στις γιορτές όπως ο Δεκαπενταύγουστος έρχονται οι μουσικοί από τα γύρω χωριά και διαγωνίζονται ποιος θα παίξει καλύτερα.

Η γυναίκα πονάει, δακρύζει, κοιτάζει τους περαστικούς που τρέχουν να προλάβουν το πλοίο της γραμμής.

Μια τελευταία τζούρα ήλιου για το νεαρό ζευγάρι των Κινέζων που γυρίζουν στην πατρίδα τους αναπολώντας το ελληνικό καλοκαίρι.

«Άντε και καλή αντάμωση». Το ζευγάρι των Ελληνοαμερικανικών φιλάει σταυρωτά ανίψια και ξαδέλφια. Κάθε καλοκαίρι διακοπές στο σπίτι του παππού στο νησί. Θα πάρουν μαζί τους τα πρωινά κάτω από τη σκιερή κληματαριά , τα δειλινά στην κόκκινη παραλία, το γέλιο των παιδιών στα καλντερίμια του χωριού. Άντε, εις το επανιδείν και του χρόνου να ανταμώσουμε.
Εις το επανιδείν.
γράφει η Κωστούλα Τωμαδάκη

      
 


Όταν αυτοί μιλάνε για «αριστεία» εσύ θα το βουλώνεις κορόιδο!

Η συζήτηση που πυροδότησε η αλλαγή του τρόπου επιλογής των σημαιοφόρων στα δημοτικά, δεν έχει κάποια ουσία ενώ οι, συνήθως λαλίστατοι, επιστημονικοί φορείς παρέλειψαν να τοποθετηθούν για το παιδαγωγικό σκέλος αλλά αφέθηκαν στην «αριστοκαπηλεία». Το ενδιαφέρον όμως είναι ποιοι βρήκαν την ευκαιρία να μιλήσουν για την «αριστεία:

Είναι οι πολιτικοί που κληρονόμησαν κόμματα, αξιώματα και... βουλευτικές έδρες ενώ διορίζουν 8οχρονες στο γραφείο τους. Είναι οι πολιτικές δυνάμεις που εδραιώθηκαν χάρη στην αναξιοκρατία και δημιούργησαν στρατούς διορισμένων χωρίς προσόντα. Είναι αυτοί που μονιμοποίησαν χιλιάδες απόφοιτους γυμνασίου και λυκείου και έστειλαν τους πτυχιούχους στην ανεργία και το εξωτερικό! Είναι οι πολέμιοι των κλειστών επαγγελμάτων, που δεν τα άνοιξαν ποτέ.

Είναι και αυτοί που διορίστηκαν ως «καθαρίστριες» και έγιναν σε μια νύχτα διοικητικοί ενώ τώρα τους ενοχλούν οι πραγματικές καθαρίστριες. Είναι οι επιχειρηματίες, που φτιάχτηκαν με συμβάσεις του δημοσίου, οι μιντιάρχες που έφτιαξαν ΜΜΕ με λεφτά του ΚΕΕΛΠΝΟ, οι δημοσιογράφοι που έφτιαξαν καριέρες με payroll. Στη χώρα της αρπαχτής αυτοί μιλούν για την «αριστεία, όπως για την πατρίδα μιλούν οι φοροφυγάδες, για την ηθική οι διεφθαρμένοι, οι παράνομοι για το «νόμο και την τάξη». Και για το «διογκωμένο και αντιπαραγωγικό» δημόσιο αυτοί που το διόρισαν μέχρι σκασμού!

Για την «αριστεία» μιλάνε βέβαια και κάποιοι ελεύθεροι επαγγελματίες, «επαναστάτες της γραβάτας», μηχανικοί και δικηγόροι σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Στο Πανεπιστήμιο βέβαια η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ τους περνούσαν κάποια μαθήματα αλλά ας μη τα σκαλίζουμε τώρα που υποστηρίζουμε το Νόμο Διαμαντοπούλου. Στο στρατό κάποιος κομματάρχης ή κάποιος δεσπότης φρόντισε για τη μετάθεση δίπλα στο σπίτι. Και αργότερα όμως που μπήκαν στην «ελεύθερη αγορά», σε βουλευτικά γραφεία «μοίραζαν» τις συμβάσεις εκτιμητών και νομικών συμβούλων με τις τράπεζες και τις εταιρίες του δημοσίου, προφανώς με κριτήρια «αριστείας». Και τώρα που μεγάλωσαν για να στείλουν το παιδί τους στον παιδικό, κάποιο κομματάρχη παίρνουν τηλέφωνο...

Τη δεκαετία του ’80 που η γενιά μου πήγε στο Δημοτικό είναι αλήθεια ότι άρχισε να εφαρμόζεται κάποιου είδους αριστεία αν και με θετικές ή αρνητικές διακρίσεις. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι απόλυτα. Στο δημοτικό σχολείο το πρωί συναντώ πολλούς γονείς που αγανακτούν ενάντια σε αυτούς που πολεμούν την «αριστεία» και θέλουν κλήρωση. Απολύτως δικαιολογημένα:

Είναι λίγο μεγαλύτεροι από εμένα αλλά, περιέργως, ήδη συνταξιούχοι του δημοσίου ενώ συμπληρώνουν το εισόδημα με μερικές δουλειές «στη μαύρη». Η γυναίκα τους μονιμοποιήθηκε σε Δήμο από ένα «βλαχοδήμαρχο» μέσω μιας παρένθετης εταιρίας που εξέδιδε πλαστά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας. Ο παππούς των παιδιών, με σύνταξη από ΔΕΚΟ - αυτές που δεν μειώθηκαν επί μνημονίων - όπου είχε διοριστεί ως «άριστος» κάποτε, έχτισε το αυθαίρετο εξοχικό τους στην παραλία, εκεί που «σκάει το κύμα», καθότι ένας «άριστος» δεν μπορεί να βρίσκεται στη δεύτερη και την τρίτη σειρά. Και γενικώς στη ζωή τους πορεύτηκαν «με το σταυρό στο χέρι», τίμια και ενάρετα, όχι σαν εμάς τους αλήτες.

Γιατί μιλάνε αυτοί; Γιατί αυτός ο τύπος του νεοέλληνα που οικοδόμησαν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις, είναι ο «άριστος» που εννοούν. Και αν δεν ήταν «άριστοι», θα ήταν «αχάριστοι», όπως κάποιοι άλλοι που ψηφίζουν νεοναζί επειδή δεν πρόλαβαν να διορίσουν και τα εγγόνια τους.

Όταν αυτοί μιλάνε για «αριστεία», εσύ θα το βουλώνεις κορόιδο!
γράφει ο Γιάννης Σιδηρόπουλος

      
 


Έφυγε ο επίτιμος και μας άφησε στην πόρτα τον Κούλη

Χτες το απόγευμα, καθώς με μια συνηθισμένη διαδικτυακή βόλτα προσπαθούσα να χαλαρώσω μετά από μια ιδιαίτερα έντονη και κουραστική ημέρα δουλειάς, πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου μια σκέψη συμπάθειας για τους κυβερνητικούς βουλευτές και, γενικά, για το προσωπικό που υπηρετεί την αστική τάξη από θέσεις εξουσίας. Φευγαλέα (το ξαναλέω και το τονίζω!) αισθάνθηκα κάτι σαν λύπηση για όλους αυτούς που παλεύουν να αλλάξουν χρώμα στο μαύρο, προκειμένου να μας πείσουν με το ζόρι ότι, έστω και με τεράστιες δυσκολίες, όλα πάνε καλά και θα πάει ακόμη καλύτερα. Είναι όντως αξιολύπητοι, καθώς αραδιάζουν νούμερα, τα ανακατεύουν, τα γιαχνίζουν και τα σερβίρουν νομίζοντας ότι κάτι καταφέρνουν. Δεν καταλαβαίνουν οι τλήμονες αριθμολάγνοι ότι η ευημερία των αριθμών τους ελάχιστα απασχολεί τον λαό.

Οι προηγούμενοι έβλεπαν στους...αριθμούς μια ιστορία επιτυχίας, ένα σαξές στόρυ, όπως το έλεγαν. Οι τωρινοί βλέπουν πλεονάσματα και ανάπτυξη εκεί όπου κάποτε υπήρχαν ελλείμματα και ύφεση. Κανένας τους δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο λαός δεν κοιτάζει τα νούμερα για να δει επιτυχίες και ανάπτυξη. Κοιτάζει, πρώτα-πρώτα, την τσέπη του. Κοιτάζει το καλάθι τού σουπερμάρκετ, που δεν λέει να γεμίσει με τα χρειώδη, παρ' ότι το σχετικό κονδύλι τού οικογενειακού προϋπολογισμού έχει ήδη εξαντληθεί. Κοιτάζει την τσέπη του και υπολογίζει με τρόμο τις ημέρες που απομένουν ώσπου να βγει κι αυτός ο μήνας. "Ρε συ Θόδωρε", μου είπε προ καιρού κάποιος, "πάει ο μήνας 25-26 και λέω Παναγία μου να πέσω για ύπνο κι όταν ξυπνήσω να έχει πάει πρώτη του άλλου, για να έχει μπει το δεκαπενθήμερο στην τράπεζα". Άιντε τώρα να μιλήσεις σ' αυτόν τον άνθρωπο για διαπραγματεύσεις, κλεισίματα αξιολογήσεων και ρυθμίσεις χρέους. Θα σου πει ένα μεγαλοπρεπές "δεν μας χέζεις, ρε Ευκλείδη", και θα 'χει και δίκιο.

Μάργκαρετ Θάτσερ, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η τελευταία τους συνάντηση έγινε στις 13/11/1990.
Την επόμενη μέρα, σε εσωκομματικές εκλογές, η Θάτσερ έχασε την ηγεσία τού κόμματός της
Αλήθεια, ποιός "ευήμερος" αριθμός αποτυπώνει την κατάντια να κλέβονται ιατρικά μηχανήματα από τα νοσοκομεία επειδή δεν υπάρχουν πλέον φύλακες; Ποιός "ευήμερος" αριθμός δικαιολογεί την υφαρπαγή τής αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων, που βλέπουν την σύνταξή τους να εξαχνώνεται; Ποιός "ευήμερος" αριθμός κόβει τα φτερά νέων ανθρώπων και τους απαγορεύει να ονειρεύονται; Ποιός "ευήμερος" αριθμός καταγράφει την θλίψη από την εγκατάλειψη και την κατάρρευση που υποδηλώνουν τα διαλυμένα πεζοδρόμια στις γειτονιές, οι μισοκατεστραμμένοι κάδοι σκουπιδιών που όσο πάνε και λιγοστεύουν κι αυτοί, τα όλο και περισσότερα παιδιά που πηγαίνουν νηστικά στο σχολειό τους ή τους γονείς που σιγολυώνουν μέρα με τη μέρα επειδή δεν μπορούν να συντηρήσουν την οικογένειά τους; Εκτός αν ανάπτυξη σημαίνει ένα απορρυθμισμένο κράτος, που νοιάζεται κυρίως για το μπιρ-παρά ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και για τα ματωμένα "πρωτογενή πλεονάσματα", σε βάρος των πολιτών του και προς εξασφάλιση των δανειστών του...

Κι ενώ ο νους μου ταξίδευε σε τέτοια μίζερα μονοπάτια, να 'σου και οι νεώτερες ειδήσεις από το τελευταίο ταξίδι του επίτιμου. Δεν το ήθελα αλλά δεν κατάφερα να αποφύγω την γέννηση ενός ερωτήματος στο μυαλό μου: πώς θα καταγράψει η ιστορία τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη; Ως μεγάλο και οραματιστή πολιτικό ή ως αποστάτη και Εφιάλτη; Ως εκείνον που μπορούσε να πάει την Ελλάδα μπροστά και δεν τον άφησαν ή ως τον γελωτοποιό τού "0+0=14%"; Ως κυβερνήτη που έκανε ό,τι νόμιζε σωστό χωρίς να λογαριάζει πολιτικό κόστος ή ως "πολιτικό κτήνος", όπως τον χαρακτήριζε τότε ο Τράγκας; Ως γκαντέμη; Ως τον άνθρωπο που πριν 25 χρόνια προφήτεψε ότι σε δέκα χρόνια θα έχουμε ξεχάσει το όνομα Μακεδονία; Άγνωστο. Προσωπικά, τον έχω καταγράψει ως εκείνον που μου κούναγε το δάχτυλο στα μούτρα, κατηγορώντας με ότι κατέστρεψα τον τόπο επειδή κατανάλωνα περισσότερα από όσα παρήγαγα. Ένα δάχτυλο εκείνος, πέντε εγώ εις απάντησιν.

Άκου, φίλε μου! Κατέστρεψα τον τόπο εγώ, που ποτέ δεν έβαλα στην τσέπη μου κάτι περισσότερο από την αμοιβή της εργασίας μου; Κι αυτήν κουτσουρεμένη κατά την υπεραξία της (μη με κοιτάτε στραβά, ο παππούς Κάρολος μου το είπε) και φορολογημένη μονά και διπλά κατά το υπόλοιπό της; Κι άιντε να δεχτώ ότι έχω κι εγώ μερίδιο στην ευθύνη, μιας και τόλμησα να αγοράσω καινούργιο αμάξι 1100 κυβικά το 2002 (αυτό που έχω ακόμη, δηλαδή). Εκείνος που βρέθηκε επί 58 ολόκληρα χρόνια στο γκουβέρνο, από το 1946 μέχρι το 2004, δεν έχει καμμιά ευθύνη; Όλα τα στραβά ψωμιά η νύφη τα έφτιαξε; Η πεθερά κανένα;

Έφυγε ο επίτιμος και μας άφησε στην πόρτα τον γιο του. Έφυγε ο γέρος της δημοκρατίας και μας παρέδωσε στον γυιο του κι εκείνος στον δικό του γιο. Έφυγε ο εθνάρχης και μας έρριξε στα χέρια τού ανηψιού του. Σόι πάει το βασίλειο, σάμπως τα αξιώματα να είναι φτιαγμένα για να παραδίδονται κι όχι για να κερδίζονται. Μια φορά είπαμε ως λαός να διαλέξουμε κάτι καινούργιο αλλά, μόλις ανοίξαμε τα μάτια, είδαμε τα ίδια, γνωστά πρόσωπα να μας κοιτάζουν χαμογελαστά, καθισμένα στις ίδιες καρέκλες. Το 'χουμε ως λαός, ρε παιδί μου: είμαστε κολλημένοι στην παράδοση. Πάσχουμε από προγονολατρεία. Δεν μας αγγίζει ο βολταιρικός αφορισμός "αν έχεις ικανότητες, δεν έχεις ανάγκη από προγόνους". Εμείς εκεί: αφού είναι από σόι, μας κάνει μια χαρά. Κάνει και για δήμαρχος και για περιφερειάρχης και -γιατί όχι;- για πρωθυπουργός.

Έπειτα, είναι και το άλλο. Αφού "η Ελλάς προώρισται να ζήση", θα ζήσει και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Αν τα κάνει ρόιδο ο Μάκης, θα φέρουμε τον Τάκη. Κι αν τα μουσκέψει κι αυτός, θα βγάλουμε τον Σάκη. Κι ύστερα τον Λάκη. Ίσως και τον Πάκη. Ακόμα και τον Δάκη. Δεν μπορεί, κάποιος θα βρεθεί να μας σώσει, εφ' όσον έτσι "προώρισται". Βέβαια, θα μπορούσαμε να είμαστε παντοδύναμοι ως λαός, αν είχαμε ακούσει τον Άλφρεντ Τέννυσον που ισχυριζόταν ότι για την παντοδυναμία αρκούν τρία και μόνο πράγματα: αυτοσεβασμός, αυτογνωσία και αυτοκυριαρχία. Δυστυχώς, εμείς το "αυτο-" δεν το μάθαμε ποτέ. Περιμένουμε την εξ ύψους σωτηρία διά χειρός κάποιου -άκη. Ακόμη και του Μητσοτάκη...

Λίγο πριν την αποστασία: Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Στέφανος Στεφανόπουλος, Γεώργιος Παπανδρέου
Κάπου εδώ άρχισα να συνέρχομαι και να αναδύομαι από τον βυθό με μια αίσθηση στυφάδας. Ωραίο τρόπο βρήκα να χαλαρώσω... Να μένει το βύσσινο! Καλύτερα στην τσίτα.
γράφει ο Θοδωρής Αθανασιάδης

 Αξίζει να διαβάσετε και αυτό. Ποιος; Ο Μητσοτάκης, ο άνθρωπος που «πρόλαβε» να αυξήσει το ποσοστό του δημόσιου χρέους επί του ΑΕΠ κατά σαράντα – και πλέον- εκατοστιαίες μονάδες, σε 3,5 έτη πρωθυπουργικής θητείας! 
Για να μην σας παραμυθιάζουν.
      
 


Έξι χρόνια χωρίς το κόκκινο μαντήλι

Ήταν μια μέρα σαν ετούτες που διανύουμε τώρα, πριν έξι χρόνια. 17 Απρίλη 2011. Κυριακή των Βαΐων. Στις παρέες συζητούσαμε ακόμα για τον Μανώλη Ρασούλη, που μας είχε αφήσει έναν μήνα νωρίτερα, όταν ήρθε το καινούργιο, χειρότερο χαμπέρι, πάλι από την Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος Παπάζογλου είχε φύγει στα 63 του χρόνια για να συναντήσει τον φίλο και συνεργάτη του.

Εκείνη την ημέρα, ο Παπάζογλου πέθανε τυπικά, για ληξιαρχικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι ουσιαστικά είχε πεθάνει δυο χρόνια νωρίτερα, στις 9 Μαΐου 2009, όταν οικονομικά προβλήματα τον ανάγκασαν να κλείσει το "Αγροτικόν", το στούντιο που είχε φτιάξει ο ίδιος. Ο ίδιος έκανε και τις παραγωγές, βάζοντας στα βινύλια την ένδειξη "Παραγωγή: Στρογγυλοί δίσκοι" και σήμα ένα... κουλούρι Θεσσαλονίκης. Πριν το κλείσει, πρότεινε στην πολιτεία να της το χαρίσει και να το λειτουργήσει εκείνη ως μουσικό σχολείο και ως χώρο εκπαίδευσης νέων μουσικών. Η προσφορά του απορρίφθηκε και ο Νίκος αναγκάστηκε να πετάξει τα πάντα στην ανακύκλωση. Δεν θα συνερχόταν ποτέ απ' αυτή την στενοχώρια. Λίγο καιρό αργότερα διαγνώστηκε ο καρκίνος...

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω τον χρόνο. Το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος συλλαμβάνει την ιδέα να φτιάξει έναν δίσκο-αχταρμά, με πολλά ετερόκλητα στοιχεία. Ο Νιόνιος θέλει έναν δίσκο που θα εκφράζει το ιδεολογικό και πολιτιστικό κιτς τής εποχής, γι' αυτό και του δίνει τον τίτλο "Η εκδίκηση της γυφτιάς". Για να τον φτιάξει, μαζεύει τον λυρικό και εστέτ Νίκο Ξυδάκη, τον θεότρελλο Μανώλη Ρασούλη, τον αυτοδίδακτο μπουζουκτσή Νίκο Παππά (με το παρατσούκλι "Κακούργος"!), τον δικηγόρο Τάκη Σιμωτά, ο οποίος γράφει στίχους (δικό του το "Ραγίζει απόψε η καρδιά..."), τον πολύ καλό μπουζουκτσή Δημήτρη Κοντογιάννη, που έχει και καλή λαϊκή φωνή και κάμποσους άλλους ακόμη. Ανάμεσα στους άλλους είναι κι ένας τριαντάρης σαλονικιός, που έχει από χρόνια γοητεύσει τον Σαββόπουλο με την φωνή του, ως μέλος των "Μακεδονομάχων": ο Νίκος Παπάζογλου.

Όταν βλέπει την σύνθεση της ομάδας ο Ρασούλης, βάζει τα γέλια κι αρχίζει το δούλεμα του Ξυδάκη. Τόσα μπουζούκια και λαϊκές φωνές γύρω αλλά ο συνθέτης να γράφει με πιάνο; Ο Ξυδάκης πεισμώνει και κλείνεται σπίτι του όλο το βράδυ. Μέχρι να ξημερώσει, θα έχει σκαρώσει στο πιάνο την μουσική για ένα λαϊκό κομμάτι. Όταν το ακούει ο Ρασούλης, υποκλίνεται και πέφτει με τα μούτρα να γράψει τους στίχους. Έτσι γεννήθηκε η "Τρελλή κι αδέσποτη", το τραγούδι που ανοίγει την "Εκδίκηση της γυφτιάς". Σαββόπουλος και Ρασούλης συμφωνούν να το τραγουδήσει ο Παπάζογλου. Είναι η πρώτη φορά που ακούγεται σε δίσκο η φωνή τού "Παπάζη".

Όταν ο Νίκος πήγαινε σχολείο, η μητέρα του του έδινε καθημερινά ένα καθαρό, λευκό μαντήλι. Το ίδιο έκαναν οι μανάδες όλων των παιδιών. Αυτό το μαντήλι έγινε αφορμή να κάνει ο Νίκος την πρώτη του "επανάσταση", όταν κάποια στιγμή αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν σε κοπάδι. Έτσι, βρήκε ένα κόκκινο μαντήλι και, όταν έφευγε από το σπίτι, αντικαθιστούσε με αυτό το λευκό τής μητέρας του. Αυτό το κόκκινο μαντήλι έμελλε να γίνει το "σήμα κατατεθέν" του ως το τέλος της ζωής του.

Στα μικράτα του, επειδή το σχολείο ήταν μακρυά κι έπρεπε να πάρει λεωφορείο, τον συνόδευε η αδελφή του. Ένα πρωινό που έβρεχε καταρρακτωδώς, ο οδηγός του λεωφορείου έχασε τον έλεγχο κι έπεσε στην στάση, σκοτώνοντας την αδελφή του. Όπως είναι λογικό, αυτό το περιστατικό σημάδεψε τον μικρό. Πολλά χρόνια αργότερα θα έγραφε ένα τραγούδι στην μνήμη της, που θα περιλαμβανόταν στο άλμπουμ του "Μέσω νεφών", το οποίο κυκλοφόρησε το 1986. Ήταν το "Φύσηξε ο Βαρδάρης" και ήταν αδύνατο να το τραγουδήσει δίχως να δακρύσει:

Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε,
ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας.
Βγήκα μια βόλτα και μπροστά της βρέθηκα.
Στάθηκα κι απόμεινα κοιτώντας.
Φλόγες ζωηρές που τρεμοπαίζουνε
τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα.
Στη στάση πέρα δώθε σπινθηρίζουνε
τα δυο της μάτια, κάρβουνα αναμμένα.
Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου,
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο
κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα
κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.
Στις αρχές Μαΐου 1978 η Θεσσαλονίκη αρχίζει να δοκιμάζεται από έντονη σεισμική δραστηριότητα. Οι σεισμοί είναι συνεχείς και κάποιοι απ' αυτούς αρκετά ισχυροί, που φτάνουν τα 5,8 ρίχτερ. Ο κύριος σεισμός χτυπάει την πόλη στις 20 Ιουνίου, με 6,5 βαθμούς από βάθος δέκα χιλιομέτρων μόλις και είναι καταστροφικός, με 49 νεκρούς και τεράστιες ζημιές. Ο Παπάζογλου έχει γίνει ήδη χαζομπαμπάς και ανησυχεί για την κόρη του, την Αδελαΐδα. Έτσι, πείθει την γυναίκα του, την Βαρβάρα, να πάρει το μωρό και να πάει να μείνει λίγους μήνες σε κάποιους συγγενείς τους στις ΗΠΑ, ώσπου να τελειώσουν οι σεισμοί.

Οι θρυλικοί "Μακεδονομάχοι" της Θεσσαλονίκης. Διαλύθηκαν το 1971 με αστυνομική διαταγή. Από αριστερά:
Λεωνίδας Σταματιάδης (ντραμς), Γιάννης Καντζός, Θοδωρής Παπαντίνας (κιθάρες), Νίκος Παπάζογλου (τραγούδι)
Με το που μπαίνει ο Αύγουστος, ο Σαββόπουλος τον καλεί να περάσει μαζί του λίγες μέρες στο Πήλιο. Ο Παπάζογλου δέχεται την πρόσκληση. Το κακό είναι ότι ο Νιόνιος έχει μεγάλη παρέα κι ανάμεσα στην παρέα βρίσκεται και μια κοπέλλα, την οποία ο Νίκος ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Το πιθανώτερο είναι πως πρόκειται για έναν ακόμη απ' αυτούς τους καλοκαιρινούς έρωτες που σβήνουν μόλις φτάσει το φθινόπωρο αλλά ο Παπάζογλου υποφέρει, καθώς δε μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την γυναίκα του και την κόρη του. Για να γλιτώσει από το καμίνι που τον καίει, αποφασίζει να φύγει. Επιστρέφει στην Θεσσαλονίκη και δίνει διέξοδο στο πάθος του με τον τρόπο που ξέρει καλά: σκαρώνει στίχους.

Εκεί, πάνω στο σβήσε-γράψε, μπαίνει στο στούντιο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και τον κάνει τσακωτό. "Τραγούδι γράφεις;" - "Ναι" - "Δώσε μου να δω". Ο Χριστιανόπουλος ρίχνει μια ματιά και καρφώνει τον Παπάζογλου με το βλέμμα. "Αυτό δεν είναι τραγούδι, είναι ποίημα" - "Έχω και την μουσική έτοιμη, βρε Ντίνο" - "Να μου το τραγουδήσεις τότε, να τ' ακούσω". Καθώς ο Παπάζογλου τραγουδάει, ο Χριστιανόπουλος παρακολουθεί με προσοχή. "Αν ξεφορτωθείς τις εύκολες ρίμες, σαν το 'έκταση-έξαψη', θα γίνει αριστούργημα", σχολιάζει μόλις ο Νίκος τελειώνει το τραγούδι.

1986: Μόλις έχει ολοκληρωθεί η ηχογράφηση του "Πότε Βούδας, πότε Κούδας". Νίκος Παπαζόγλου,
Μανώλης Ρασούλης, Πέτρος Βαγιόπουλος και Αντώνης Βαρδής (παραγωγός) ακούνε το αποτέλεσμα
Ο Παπαζόγλου, προβληματισμένος από το σχόλιο του Χριστιανόπουλου, θα κρατήσει το τραγούδι στο συρτάρι του και θα το δουλέψει για δυο ολόκληρα χρόνια. Τελικά, το κομμάτι θα βγει στο φως μέσα από το άλμπουμ "Χαράτσι", το οποίο κυκλοφόρησε το 1984. Χαλάλι η πολύχρονη αναμονή, μιας και ο "Αύγουστος" έμελλε να γίνει η ιδανική μουσική έκφραση των ανεκπλήρωτων ερώτων:
Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό;
Με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε.
Φυλάξου για το τέλος, θα μου πεις

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος.
Λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος.
"Κουράγιο, θα περάσει", θα μου πεις.

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά,
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου, χιλιάδες φιλιά,
διαμάντια, που απλόχερα μου χάριζε;
Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε;
Από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως,
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που τό 'χει δει;

Μεσ' στο βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει, συννεφιάζει, αναδιπλώνεται.
Μα, σαν πέφτει η νύχτα, πλημμυρίζει με φως,
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή.
γράφει ο Θοδωρής Αθανασιάδης
      
 

Οι λάτρεις του ασήμαντου

Κλείνουν, φέτος, πενήντα χρόνια από τότε που η Χρυσή Αυγή ήρθε στην εξουσία για εφτά χρόνια.

Η χούντα των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου του 1967 ήταν το μεγάλο τάγμα εφόδου που φώλιαζε στον Εθνικό Στρατό.

Ο εγχώριος ναζισμός της 4ης Αυγούστου του εθνοσωτήρα Ιωάννη Μεταξά δημιούργησε ένα βαθύ πολιτικό ρεύμα που κυριαρχεί ακόμα στην πολιτική σκηνή, με βασικό διαχειριστή τη Χ.Α. των 380.000 ψηφοφόρων.

Συνειδητά ή ασυνείδητα δέχονται να... είναι μέλη, οπαδοί ή ψηφοφόροι μιας εγκληματικής οργάνωσης.

Ψυχροί εγκληματίες, συνεργάτες των ναζί κατακτητών, παρακρατικοί τραμπούκοι, με τις ευλογίες του κράτους και της επίσημης εκκλησίας, κυριάρχησαν περίπου για τέσσερις δεκαετίες.

Στη μεταπολίτευση, μετά τον διαχωρισμό Δεξιάς και Άκρας Δεξιάς, η πολιτική τους υπόσταση συρρικνώνεται, αλλά όχι οι ιδέες τους, που διαχέονται σε όλη την κοινωνία και σε όποιο κόμμα.

Φυσικά, υπήρχε και αντίσταση, αλλά νικήθηκε.

Από δικά μας «προσωπικά» γκάλοπ, τι δεν έχουμε ακούσει για τους Εβραίους, τους μουσουλμάνους, τους Γυφτοσκοπιανούς, τους καθολικούς, που είναι όλοι Έλληνες με διαφορετικές θρησκείες ή έχουν άλλη μητρική γλώσσα.

Ακόμα, για τις γυναίκες ή για τους ανθρώπους που έχουν τις δικές τους προσωπικές, σεξουαλικές προτιμήσεις...

Και να μη μιλήσουμε για το δράμα των πολιτικών προσφύγων που ξέφυγαν από έναν σίγουρο θάνατο για να έρθουν σε μια αβέβαιη ελπίδα.

Και αντί να τους συμπονέσουμε βρίσκουμε πάντα αυτούς τους ξένους πολλούς και τους θεωρούμε απειλή.

Αυτός είναι ο διάχυτος φασισμός που θεωρείται φυσιολογική συμπεριφορά, ακόμα και για οπαδούς και στελέχη δημοκρατικών κομμάτων.

Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα κυρίαρχα ΜΜΕ που είναι προσηλωμένα στο ασήμαντο.

Αν μια γάτα στο Τορόντο ανέβει σε ένα δέντρο και δεν μπορεί να κατέβει, έρχονται πυροσβέστες-σταρ και την κατεβάζουν με ασφάλεια.

Και η εικόνα αυτή κάνει τον γύρο του κόσμου. Αντίθετα, είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να πεθάνουν άμεσα από την πείνα και δεν υπάρχει κανένα πλάνο γι’ αυτούς.

‘Η ακόμα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αρμόδιος για την αντιμετώπιση των θανατηφόρων επιδημιών, κάτι που αφορά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει ετήσιο προϋπολογισμό κατώτερο από τις ημερήσιες στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως.

Και γι’ αυτό τσιμουδιά. Το ασήμαντο του «Survivor» ή του «Μπρούσκου» και των άλλων συναφών θεαμάτων διαμορφώνει τη βάση του φασισμού μπλοκάροντας τη σκέψη των ανθρώπων, κάνοντάς τους λάτρεις του ασήμαντου.

Το ενσωματώνουν και περιμένουν τον μεσσία-φίρερ της όποιας μορφής σχηματίζοντας πλειοψηφίες.

Η χώρα μας ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητη.

Οι μεγάλες δυνάμεις ήθελαν να δημιουργήσουν «ένα ευρωπαϊκό Ισραήλ» (πριν από την ώρα του) στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία επιδίωκαν να διαμελίσουν - στόχος που επετεύχθη σχεδόν έναν αιώνα αργότερα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η αυτοκρατορία έδωσε τη θέση της στο συρρικνωμένο εθνικό κράτος της Τουρκίας.

Η εξουσία του ελληνικού κράτους ήταν μια ηγεσία των ιθαγενών στην υπηρεσία των αποικιοκρατών (αν και είχαμε βασιλιάδες εισαγωγής).

Και αυτό το βλέπουμε καθαρά σήμερα με τους εταίρους-αφέντες μας.

Μπορεί να γίνεται πολύς λόγος για τις γενναίες διαπραγματεύσεις μας, αλλά στο τέλος θα τα υπογράψουμε όλα.

Και γι’ αυτό βάζω στοίχημα (αν και δεν παίζω ποτέ μου τυχερά παιχνίδια).

Αλλά εδώ δεν είναι παιχνίδι της τύχης. Είναι μια βεβαιότητα που θα επαληθευτεί το επόμενο χρονικό διάστημα.

Στην περίπτωση που η κυβέρνηση εξακολουθεί κατά τα λεγόμενά της να βάζει «κόκκινες γραμμές» και τις τηρήσει, τότε κανονικά θα πρέπει να κηρυχθούν εκλογές και θα δούμε τον κ. Τσίπρα να κάνει παρέα με τον κ. Λεβέντη ή τον κ. Θεοδωράκη.

Η επιλογή της καρέκλας θα κυριαρχήσει. Το πολιτικό μας σύστημα είναι μια μηχανή σχεδιασμένη για να κάνει μια συγκεκριμένη και αποσαφηνισμένη δουλειά, άσχετα από το ποιος χειρίζεται τη μηχανή.

Αυτή η μηχανή παράγει φτώχεια και εξαθλίωση για την κοινωνία και περισσότερο πλούτο για τους πλούσιους.

Και λειτουργεί το ίδιο με όλες τις κυβερνήσεις. Από τη μεταπολίτευση και μετά, πάνω-κάτω, τα ίδια γίνονται, με καλύτερες ή χειρότερες περιόδους.

Και ήρθαν τα μνημόνια για να δείξουν σε όλους ποια είναι αυτή η απαστράπτουσα μηχανή της εξουσίας και ποια οφέλη παρέχει στους υψηλόμισθους χειριστές της.

Σε όλα τα προβλήματα υπάρχει μια λύση. Και θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός πολιτικού συστήματος.

Είναι η κοινωνία. Αλλά βρίσκεται εν υπνώσει. Ο,τι κινείται στην κοινωνία, όσο αξιόλογο κι αν είναι, δεν φτάνει στους ανθρώπους που έχουν επιλέξει να χάσουν τον εαυτό τους στα φτηνά και χυδαία προγράμματα της ΤV και να χουχουλιάζουν στην ασημαντοσύνη τους.

Γι’ αυτό μας χρειάζεται ένας νέος διαφωτισμός, που νομίζω είναι υπαρκτός, αλλά με μικρή απήχηση.

Και εδώ να ξαναθυμηθώ ένα σύνθημα: «Μόνο οι τρελοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά είναι οι μόνοι που το κάνουν».

Και να προσθέσω κι εγώ πως μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε. Παίρνοντας σοβαρά ό,τι κινείται.
γράφει ο Περικλής Κοροβέσης

      
 

More Recent Articles

You Might Like

Click here to safely unsubscribe from "apneagr."
Click here to view mailing archives, here to change your preferences, or here to subscribePrivacy